3.5.13

Ρύπανση του πόσιμου νερού από φυτοφάρμακα

Τώρα που οι άνθρωποι ασχολούνται σοβαρά πλέον με το περιβάλλον και την προστασία του, είναι καιρός να σκύψουν και να κοιτάξουν κάπως από κοντά τον ίδιο τον άνθρωπο γιατί φαίνεται ξεκάθαρα πως άρχισε από καιρό να πληρώνει βαρύ τίμημα για την ίδια του την εξέλιξη κι ας νομίζουν ίσως οι πιο πολλοί, πως αυτό είναι μόνο μια ακόμα πολυτέλεια μέσα σε τόσα σοβαρά και άμεσα προβλήματα επιβίωσης. Εκτός, πάντως, από το άγχος και τις άλλες δυσκολίες που του προσθέτουν σήμερα στη ζωή του, τα καυσαέρια, οι θόρυβοι και όλες οι επιδράσεις πάνω στην υγεία του, που από τη φύση του κανείς δεν μπορεί να αποφύγει, αφού προτίμησε την εύκολη λύση μιας αμεθόδευτης τεχνολογικής επανάστασης με το σύγχρονο καταναλωτικό άγχος που μοιραία την συνοδεύει, έχει ακόμα να αντιμετωπίσει και την πρόσθετη δοκιμασία της μόλυνσης όλων των απαραίτητων «σιτίων» της ύπαρξής του, δηλαδή από τις τροφές, το οξυγόνο, το νερό. Η μόλυνση αυτή βέβαια μπορεί να είναι είτε από ραδιενέργεια, είτε από μικρόβια, είτε από ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΧΗΜΙΚΕΣ ΟΥΣΙΕΣ, αλλά δυστυχώς μπορεί να παρατηρηθεί σήμερα και στα τρία αυτά αναντικατάστατα μέρη που συνδέονται τόσο άμεσα με την υγεία του.
Αλλά αν για τον αέρα που αναπνέει δεν μπορεί να είναι πολύ εκλεκτικός ο μέσος σημερινός άνθρωπος, γιατί ούτε και μέτοχος είναι πάντοτε ο ίδιος, στη μόλυνσή του, ούτε και η χρήση του σαν το ζωτικότερο μέσο της επιβίωσής του, επιδέχεται αντικατάσταση, θα μπορούσε τουλάχιστον να γνωρίζει περισσότερα πράγματα για ότι βάζει σαν στερεό ή υγρό σιτίο, συνειδητά ή φανερά στον οργανισμό του.
Τουλάχιστον μάλιστα όσον αφορά το νερό, θα έπρεπε να γνωρίζει να μην το ρυπαίνει ιδίως όταν
προορίζεται για πόσιμο ή και να μην το καταναλώνει αν είναι έξω από τις χρονικές ή τεχνικές δυνατότητές του να προλάβει ο ίδιος τη ρύπανση.
Και τώρα μια ματιά στη «χημική ρύπανση» του νερού με ορισμένα φυτοφάρμακα ή χημικά πρόσθετα και όχι με μικρόβια ή ραδιενέργεια. Με τον όρο «ΧΗΜΙΚΗ ΡΥΠΑΝΣΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ» εννοείται η πρόσμιξη μέσα στο προοριζόμενο για πόση νερό, διαφόρων χημικών ουσιών που δεν προέρχονται από το πρωτογενές άμεσο φυσικό περιβάλλον. Δηλαδή το νερό με τα γνωστά χημικά του συστατικά που προέρχονται από τις προσμείξεις του εδάφους ή του αέρα, χωρίς να έχουν υποστεί καμία αλλοίωση με την ανθρώπινη παρέμβαση δεν παρουσιάζει χημική ρύπανση, ενώ εκείνο που περιέχει έστω και ίχνη χημικών ουσιών του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, όπως από σύγχρονες καλλιέργειες ή απόβλητα εργοστασίων, πλοίων, πόλεων κλπ. είναι σίγουρα χημικά επιβαρημένο και έχει και κακή επίδραση στον ανθρώπινο οργανισμό. Τα χημικά αυτά «πρόσθετα» του νερού, που οπωσδήποτε δεν προέρχονται από φυσικές πηγές, χωρίζονται στις δυο γνωστές μεγάλες κατηγορίες τεχνητών ή καλύτερα συνθετικών οργανικών ενώσεων, τις οργανοφωσφορικές ενώσεις και τις χλωροοργανικές ενώσεις, είτε είναι φυτοφάρμακα είτε βιομηχανικά ή οικιακά απόβλητα κλπ.
Στην Ελληνική πραγματικότητα είναι πολύ συνηθισμένη δυστυχώς η εφαρμογή όλων των παραπάνω χημικών ουσιών, είτε ανήκουν στη μια είτε στην άλλη κατηγορία, από τη μια μεριά σαν ισχυρά μυκητοκτόνα, παρασιτοκτόνα κ.ά. και από την άλλη σαν ζιζανιοκτόνα.
Την πρώτη θέση σε όγκο εφαρμογών στην Ελλάδα έχουν τα οργανοφωσφορικά για τι και ισχυρά είναι και επιτρέπεται η χρήση τους σαν εντομοκτόνα, ενώ απαγορεύτηκε τα τελευταία χρόνια η χρήση αρκετών χλωροοργανικών επειδή αποδείχτηκε πως είναι καρκινογόνα και δεν χρησιμοποιούνται πια σε γνωστές εφαρμογές. Μεγαλύτερη ακόμα ποικιλία οργανοφωσφορικών χρησιμοποιούνται από τους ίδιους τους παραγωγούς σαν εντομοκτόνα σε διάφορες καλλιέργειες. Έτσι διαβάζουμε στις συσκευασίες των περισσοτέρων φυτοφαρμάκων, ονόματα που ανήκουν στα οργανοφωσφορικά, όπως : parathion, methyl parathion, ethiotrithion, formothion, guthion, phorate, rounel, phosdrin, diazinon, disulfoton, dimethoate, merphos κλπ. Κι όμως όλα αυτά είναι ισχυρά δηλητήρια γιατί είναι διφωσφορικοί εστέρες και κατά κανόνα μένουν σταθερά για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Ας σημειωθεί ότι η χώρα μας είναι η μοναδική στην Ευρώπη όπου επιτρέπεται ακόμη η χρήση τέτοιων επικίνδυνων φυτοφαρμάκων.
Σε δεύτερη θέση, όσον αφορά τον όγκο των γεωργικών πάλι εφαρμογών στην Ελλάδα, έρχονται τα τόσο γνωστά χλωροοργανικά, δηλαδή οι χλωριωμένοι υδρογονάνθρακες κλπ. που μάλιστα μολύνουν πλατύτερα το περιβάλλον γιατί δε διασπώνται και παράλληλα, πολλά από αυτά είναι καρκινογόνα. Ακόμα επιβαρύνουν, από διάφορες πλευρές το περιβάλλον, γιατί έχουν δυστυχώς μέχρι και σήμερα, απεριόριστες εφαρμογές σε διάφορες χρήσεις εκτός από την περιορισμένη που έχουν στην γεωργία. Έτσι χρησιμοποιούνται σαν ουσίες χημικού καθαρισμού, σαν πρώτες ύλες για συνθετικές ουσίες και τα πλαστικά, σαν συντηρητικά ξυλείας, σαν διαλυτικά και τέλος τα προσφιλή στους γεωργούς χλωροοργανικά παρασιτοκτόνα, εντομοκτόνα, ακαρεοκτόνα, μυκητοκτόνα και ζιζανιοκτόνα.
ΠΟΣΙΜΟ ΝΕΡΟ.
Σύμφωνα με την Ελληνική νομοθεσία θεωρείται γενικά πόσιμο το νερό που :
1ον από χημική άποψη η σκληρότητά του κυμαίνεται μόνο μέσα στα όρια των 100 – 500 mg/L ανθρακικού ασβεστίου (CaCO3) και με ορισμένους ακόμη περιορισμούς που φτάνουν μόνο σε μια ελάχιστη περιεκτικότητα σε μερικά κυρίως μέταλλα ή και σε άλλες ουσίες όπως τα απορρυπαντικά, χωρίς όμως να γίνεται λόγος για άλλες χημικές ουσίες.
2ον από μικροβιολογική άποψη, όταν το ίδιο το νερό περιέχει το πολύ μέχρι έξη (6) κολοβακτηριοειδή για κάθε 200 mL νερού.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως η εμμονή όλων των αρμόδιων Ελληνικών φορέων αλλά και της παγκόσμιας οργάνωσης υγείας, σε ένα κατώτερο όριο σκληρότητας έστω των 100 mg/L αλάτων ανθρακικού ασβεστίου, δεν αποτελεί πάντοτε αντικείμενο σχετικό με την άμεση προστασία της υγείας, αλλά όπως αναφέρουν οι σχετικές εκθέσεις των διεθνών οργανισμών «το πολύ μαλακό νερό (μικρή περιεκτικότητα σε άλατα) διαλύει βαριά μέταλλα από τις σωληνώσεις μεταφοράς του» σαν άριστος διαλύτης που είναι. Όμως η σύγχρονη Βιοχημεία επιμένει σε βάσιμες ενδείξεις που συγκλίνουν στο συμπέρασμα πως τα πολύ μαλακά νερά, μπορεί να επηρεάζουν την ύπαρξη άλλων ιόντων μετάλλων στον ανθρώπινο οργανισμό. Έτσι η παρουσία πολλών χρόνιων ασθενειών και ιδιαίτερα καρδιοαγγειακών (καρδιακές παθήσεις, υπέρταση και στηθάγχη) συνδέονται με διάφορα χαρακτηριστικά του νερού που σχετίζονται με την σκληρότητα. Η μελέτη μάλιστα της σχετικής παγκόσμιας βιβλιογραφίας, έχει αποδείξει αυτήν την αντίστροφη σχέση σκληρότητας νερού και αιτιών θανάτου που δεν έχουν καρδιαγγειακά αίτια. Τέλος οι πρόσφατες παρατηρήσεις για ελαττωμένο αριθμό θανάτων από καρδιακές παθήσεις, σε περιοχές που υδρεύονται με μαλακά νερά, έχει συσχετιστεί με έλλειμμα μαγνησίου στο διαιτολόγιο, αφού μάλιστα το μαγνήσιο είναι το πρώτο γνωστό θρεπτικό στοιχείο που η παρουσία του μέσα στον ανθρώπινο οργανισμό, εξασφαλίζεται κατά σημαντικό ποσοστό από το νερό που πίνει.
Στην Ελληνική νομοθεσία υπάρχουν μερικές συγκεκριμένες προδιαγραφές ειδικά για τα εμφιαλωμένα νερά, όπου μπορεί κανείς να βρει τις μέγιστες επιτρεπτές περιεκτικότητες σε μερικά επιβλαβή συστατικά που σχετίζονται κυρίως με τη δράση μικροοργανισμών. Έτσι π.χ. αναφέρονται οι ελάχιστες επιτρεπτές περιεκτικότητες α) νιτρικών μέχρι 100 mg/L, β) βιοχημικά απαιτούμενου οξυγόνου πέντε ημερών, μέχρι 1 mg/L, γ) ολικού οργανικού άνθρακα μέχρι 1 mg/L και τέλος δ) του υδραργύρου μέχρι 0,001 mg/L. Επειδή όμως οι χημικοί πιστεύουν πως σημαντική επίδραση στην υγεία έχουν κι άλλες ιδιότητες του νερού, όπως π.χ. η «χημική ρύπανσή» του από φυτοφάρμακα, απόβλητα οικιών, βιομηχανιών ή και από λιπάσματα, αναφέρονται πάντοτε σ’ αυτού του είδους το πρόβλημα και ιδιαίτερα στη «ρύπανση του πόσιμου νερού από ορισμένα φυτοφάρμακα’ για να δοθεί η ευκαιρία να τονισθεί το μέγεθος του προβλήματος.
Σήμερα είναι γνωστό πως ακόμα και το πόσιμο νερό, συχνά περιέχει απορρυπαντικά σε αναλογία μέχρι 0,5 mg/L, δηλαδή οργανικές ενώσεις του τύπου Αλκυλο-Βενζο-Θειϊκά. Πάντως σήμερα δεν πρέπει να μιλάει κανείς για ελάχιστες ή για μέγιστες περιεκτικότητες φυτοφαρμάκων που περιέχονται στο νερό ή σε άλλες τροφές γιατί καμία περιεκτικότητα δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν ακίνδυνη, γιατί πρόκειται για χημικές ουσίες που σε μικρές δόσεις ίσως δεν επιφέρουν άμεσα τον θάνατο (είτε είναι οργανοφωσφορικές είτε χλωροοργανικές) αλλά όμως πολλές από αυτές έχει αποδειχτεί ότι είναι καρκινογόνες ή ακόμα, συσσωρευόμενες μέσα στον οργανισμό οδηγούν αργότερα σε ολικές βλάβες ζωτικών οργάνων και επομένως στον θάνατο.
Οι χημικοί, ποτέ δεν αμφέβαλλαν, ιδιαίτερα μετά την βιομηχανική έκρηξη των τελευταίων ετών, πως το έδαφος φορτώνεται αργά ή γρήγορα με μεγάλες ή μικρές ποσότητες επικίνδυνων χημικών ουσιών, όπως και τα νερά των θαλασσών ρυπαίνονται από τα διάφορα απόβλητα π.χ. των εργοστασίων. Ειδικά τα φυτοφάρμακα μαζί με τα λιπάσματα, επειδή προστίθενται σε μεγάλα ποσά στις σύγχρονες καλλιέργειες , που καλύπτουν μάλιστα τους ίδιους χώρους που φιλοξενούνται και οι υδροφόροι ορίζοντες, μπορούμε σήμερα να τα συναντήσουμε σε σημαντικές αναλογίες στα επιφανειακά νερά, ιδίως μετά από βροχοπτώσεις αλλά στη συνέχεια ακόμα και στα υδραγωγεία των πόλεων και μάλιστα σε ανησυχητικά ποσοστά.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Με τα παραπάνω φαίνεται πως είναι άμεση η ανάγκη :
10 η πολιτεία να πάρει τα κατάλληλα μέτρα ώστε να εγκαταλειφθεί επιτέλους η χημική καταπολέμηση των ασθενειών των φυτών, που αντίθετα με τις προηγμένες χώρες, σε μας παραμένει σαν αναγκαίο κακό και μόνο για να καταναλώνονται τα φυτοφάρμακα που παράγουν για υποανάπτυκτους οι άλλοι.
2) μέχρι την πλήρη εφαρμογή της «βιολογικής καταπολέμησης των ασθενειών» που θα γίνεται απλά με έντομα εναντίον εντόμων, να απαγορευτεί η διάθεση όλων των χλωροοργανικών και φυσικά των χλωριωμένων υδρογονανθράκων, καθώς και των μη πτητικών και μη διασπώμενων από τα αργανοφωσφορικά.
Έτσι θα πάψει επιτέλους το εμπόριο, που εξυπηρετεί μόνο οικονομικά συμφέροντα, να συντηρεί την απληστία του με την υγεία των ανθρώπων
Ο Επανομίτης
Πηγές : Πρακτικά πανελληνίου συνεδρίου Χημείας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου